Γιατί μια αόριστη σχέση «κοστίζει» όσο μια επισφαλής εργασία: η αβεβαιότητα ως ψυχολογικό ρίσκο.
Φαντάσου να πήγαινες κάθε πρωί σε μια δουλειά στην οποία δεν θα ήξερες αν θα τεθείς σε
διαθεσιμότητα σήμερα, αύριο ή οποτεδήποτε. Φαντάσου να περιμένεις τα νέα της τύχης
σου από εξαγγελίες και καταστροφολογικές συζητήσεις με συναδέλφους (χμ, αυτό δεν είναι
και τόσο δύσκολο να το φανταστούμε όταν η επισφάλεια έχει γίνει μια νέα κανονικότητα).
Κανείς δεν σου μιλάει ξεκάθαρα. Υπάρχει μια αίσθηση στον αέρα. Πόσο θα το άντεχες; Θα
κοιμόσουν καλά; Θα σταματούσες να ελέγχεις το τηλέφωνο κάθε πέντε λεπτά μήπως σου
στείλει κάτι ο προϊστάμενος; Αλλά, ακόμα πιο σημαντικό – θα ήθελες να συνεχίσει κάτι
τέτοιο να συμβαίνει στη ζωή σου;
Τώρα αντικατάστησε τη «δουλειά» με ένα πρόσωπο. Αυτό ακριβώς κάνει το σώμα σου
μέσα σε μια σχέση που δεν έχει όνομα, όταν πραγματικά εσύ θα το ήθελες. Υπάρχουν
πολλές μοντέρνες λέξεις για να περιγράψεις το «situationship», αλλά καμία γνώση για το τι
προκαλεί η «δημιουργική ασάφεια» στο σώμα: το να μην ξέρεις αν σημαίνεις «κάτι» για
κάποιον ή είσαι απλώς μια βολική παρουσία (επαναλαμβάνω – όταν πραγματικά θα ήθελες
να βρίσκεσαι σε σχέση αμοιβαιότητας), ενεργοποιεί στον εγκέφαλο το ίδιο ακριβώς
κύκλωμα απειλής που ενεργοποιεί η εργασιακή ανασφάλεια. Ο εγκέφαλος δεν
διαφοροποιεί ιδιαίτερα ανάμεσα στο «μπορεί να χάσω τη δουλειά μου» και το «μπορεί να
χάσω αυτόν τον άνθρωπο, χωρίς καν να έχω το δικαίωμα να πω ότι τον έχω». Και στις δύο
περιπτώσεις, το σώμα μπαίνει σε κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης, δεν χαλαρώνει ποτέ
πραγματικά, γιατί δεν λαμβάνει ποτέ το μήνυμα που λέει «είμαι ασφαλής».

Αυτό εξηγεί κάτι που πολλοί άνθρωποι περιγράφουν ως το γιατί μια σχέση χωρίς
αποσαφήνιση μπορεί να είναι πιο εξαντλητική συναισθηματικά και σωματικά από μια
σχέση που έχει ονοματιστεί έτσι, έχει οριοθετηθεί και ακολουθεί την πορεία ενός
ζευγαριού. Το νευρικό μας σύστημα αντιδράει σε ένα πραγματικό απειλητικό ερέθισμα,
την απουσία δομής γύρω από κάτι στο οποίο έχεις επενδύσει συναισθηματικά.
Υπάρχει κι ένας δεύτερος μηχανισμός, ακόμα πιο ύπουλος. Οι σχέσεις χωρίς αποσαφήνιση
λειτουργούν συχνά με απρόβλεπτο ρυθμό. Ένα ζεστό μήνυμα σήμερα, σιωπή για τρεις
μέρες, ξαφνική εγγύτητα το σαββατοκύριακο. Η συναισθηματική «ανταμοιβή» που έρχεται
απρόβλεπτα και όχι σταθερά, είναι ακριβώς ο μηχανισμός που κρατάει έναν άνθρωπο
κολλημένο μπροστά σε μια μηχανή τυχερών παιχνιδιών. Ο εγκέφαλος δεν εθίζεται
στο πρόσωπο, εθίζεται στο πότε θα έρθει η επόμενη «δόση». Όσο πιο απρόβλεπτη η
προσοχή, τόσο πιο δύσκολο να αποδεσμευτείς, όχι επειδή η σύνδεση είναι τόσο βαθιά, αλλά
επειδή το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου έχει πιαστεί σε παγίδα.
Αυτή η χρόνια επαγρύπνηση δεν μένει αφηρημένη. Μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένα
σωματικά συμπτώματα, ένταση στο στήθος, στομαχικές ενοχλήσεις, αϋπνία, εξάντληση που δεν εξηγείται από τίποτα άλλο. Το σώμα πληρώνει τον λογαριασμό μιας κατάστασης
που το μυαλό αρνείται να ονομάσει «σοβαρή», ακριβώς επειδή δεν έχει επίσημο όνομα η
ίδια η σχέση. «Δεν είναι σχέση, οπότε δεν μπορώ να παραπονεθώ»: αυτή η εσωτερική
λογική είναι που κάνει τόσους ανθρώπους να υποφέρουν σιωπηλά, νομίζοντας ότι δεν
έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αυτό που στην πραγματικότητα το σώμα τους ήδη
διεκδικεί κάθε βράδυ, με τη μορφή ανησυχίας.

Δεν επιθυμούν όλοι οι άνθρωποι να βρίσκονται σε μια σχέση αλλά υπάρχουν άνθρωποι που
επιθυμούν τη σχέση και μπαίνουν στη διαδικασία να υποβαθμίσουν την εμπειρία τους σε
situationship, επειδή το άλλο πρόσωπο το θέλει έτσι. Χρειάζεται ειλικρίνεια για το τι
πραγματικά συμβαίνει στο μυαλό και το σώμα μας. Αν βρίσκεσαι σε μια σύνδεση όπου
νιώθεις μόνιμα σε αναμονή, σε εγρήγορση ή σε έλεγχο του πότε θα κληθείς να παίξεις το
ρόλο της/του συντρόφου, αυτό είναι κάτι πραγματικά ασύμφορο ψυχολογικά για σένα. Το
νευρικό σύστημα σου λέει, με τον μόνο τρόπο που ξέρει, ότι βρίσκεσαι σε μια κατάσταση
αντίστοιχη με εργασιακή επισφάλεια. Και με τον ίδιο τρόπο που καμία δουλειά δεν
αξίζει να σε κρατάει σε μόνιμη επαγρύπνηση χωρίς καν σύμβαση, έτσι και καμία
σύνδεση δεν αξίζει να πληρώνεις με την ψυχική σου ισορροπία την απόφαση
κάποιου να μη ξεκαθαρίσει ποτέ.
- Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος, Ιδρύτρια της The Healing Tree
community for Mental Health










