Πόσοι άνθρωποι δούλεψαν, πόσοι άνθρωποι έσμιξαν τις ζωές τους για να γεννηθώ! Μ’ έκανε μια φίλη σήμερα να σκεφτώ, να θυμηθώ και να συγκινηθώ. Στην αναφορά της καταγωγής μου και της καταγωγής των γονιών μου, κυρίως της μάνας μου.
Άρχισα να της εξιστορώ πού μέναμε, πού γεννηθήκαμε, από πού ήρθε ο παππούς, από πού η γιαγιά, κάναμε βόλτα στο χάρτη με ευκολία ενώ εκείνοι ήρθαν στην Ελλάδα με τα πόδια, με τόσους κόπους.
Καρς Αρταχάν, Τραπεζούντα, Κιλκίς, κι η πρώτη ρίζα μου γεννήθηκε κι απλώθηκε στη γη και βρήκε την άλλη ρίζα μου, που ποιος ξέρει μέχρι πού φτάνουν και όλες οι υπόλοιπες στα βάθη των αιώνων για να έρθουμε εμείς στον κόσμο.
Έχετε πολλά αίματα, είπε με έκπληξη, τί φοβάσαι!
Εδώ υπάρχει δύναμη, παραφράζω, δυνάμεις και δυνατότητες, πείσμα και αντοχή.. Πραγματικά, τί φοβάμαι με τέτοιες ρίζες. Όπως έλεγε και η Μάγια Αγγέλου, όταν μπαίνουμε κάπου τους κουβαλάμε όλους, όλοι οι πρόγονοι είναι μαζί μας. Κάπως έτσι είναι, δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Τα σωματίδια που περιστρέφονται γύρω μας σαν μικρές σκονίτσες, όπως αυτές που μας γυροφέρνουν όταν ακουμπάμε τα ρούχα μας, κάπως έτσι πρέπει να είναι κι όλοι όσοι υπήρξαν, τόσο μικρή ύλη που δεν την πιάνει το μάτι..
Είναι πολλά, πραγματικά κι άλλων είναι ακόμα περισσότερα. Μακάρι να ξέραμε πόσο πίσω πάει αυτή η ρίζα. Ίσως τότε, καταλαβαίναμε μια και καλή πόσο αδέρφια είμαστε!
Μ’ έπιασε ένας πονοκέφαλος το μεσημέρι. Ξάπλωσα για λίγο. Στα δέκα λεπτά που αποκοιμήθηκα, είδα τη μάνα μου φωτεινή να μου χαμογελάει.










