ΜΗΝΙΑΙΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ:

Ρόδα η ζωή…

Δεν τους είχα δει σε δράση. Δεν ήξερα καν...

Τα σύννεφα τ’ ουρανού μας…

Τα σύννεφα τ' ουρανού μας, πολυαγαπημένα, μοναδικά, διαφορετικά κάθε φορά. Λόγια και φωτογραφίες από στιγμές έκρηξης ομορφιάς!

Εγώ είμαι εσύ…

Εγώ είμαι εσύ, μού είπεςΚαι συ εγώΚι όταν μιλήσουν...

Ο Γιάννης ο σκύλος…

Ο Γιάννης ο σκύλος

Παλιότερα χρησιμοποιούσα πολύ ταξί για τα πήγαινε-έλα μου στο αεροδρόμιο λόγω δουλειάς και ταξιδιών.

Καταλαβαίνεις φίλε πόσα πολλά έχω να σου πω, από αυτά που έχω ακούσει και ζήσει μέσα στα ταξί, από τους οδηγούς και τους συνεπιβάτες μου.

Ας πούμε για τον ταξιτζή που με έσωσε από ληστεία, για τον ταξιτζή ναρκομανή, για τον ταξιτζή που με πήγε δωρεάν κούρσα γιατί δεν είχα λεφτά και από τότε είμαστε φίλοι, για τόσους πολλούς…

Από όλα, όμως το πιο στακάτο και αυτό που ανεξίτηλα μου έμεινε στη μνήμη είναι η κούρσα που είχα πάρει για το «Ελευθέριος Βενιζέλος», περίπου 15 χρόνια πίσω.

Κι όσο μεγάλη και ίσως πικάντικη είναι αυτή η ιστορία, έχω χρέος να σου την πω καθώς και σήμερα ταξί πήρα για να πάω στη δουλειά και την θυμήθηκα, μιας και η σημερινή μου κούρσα, ήταν πολύ βαρετή, τυπική και επαγγελματική.

Έμενα λοιπόν τότε Λυκαβηττό, προσπαθούσα να βρω ραδιοταξί, αλλά μάταια, οπότε φόρτωσα σε πλάτες σάκο ταξιδιωτικό και στα πόδια μου τον χαρούμενο εαυτό μου και κίνησα για Αλεξάνδρας να μισθώσω κάποιο περαστικό από το δρόμο.

Μεσημέρι και η κίνηση αυξημένη· ομοίως και η ζήτηση σε ταξί, αλλά τελικά στάθηκα τυχερός και βρήκα γρήγορα ένα.

Χαρούμενος εγώ που βρήκα κούρσα, χαρούμενος κι ο ταξιτζής που βρήκε διαδρομή μακρινή με εγγυημένη κατεβασμένη σημαία στην επιστροφή, ξεκινήσαμε πορεία.

Βολεύτηκα στο πίσω κάθισμα και άνοιξα το βιβλίο μου, να διαβάζω όσο θα κράταγε η διαδρομή.

Ανάμεσα σε σελίδες κι αράδες της «Φάρμας των Ζώων» του Όργουελ, ένοιωθα ανά τακτά διαστήματα τα μάτια του οδηγού να με κοιτούν από το μεσιανό καθρέπτη του αυτοκινήτου. Δεν έδωσα πολύ σημασία θεωρώντας ότι μάλλον ελέγχει την κίνηση πίσω του και όχι εμένα.

Όταν όμως, προειδοποιητικά μου σηκώθηκε η τρίχα στο σβέρκο -την έχω αυτήν την Κασσάνδρεια διαίσθηση-, κατάλαβα πως τα μάτια του εστίαζαν σ’ εμένα και όχι στην κίνηση όπισθεν του αμαξώματος, οπότε και σηκώνοντας από τις σελίδες το βλέμμα μου, κοίταξα κι εγώ μέσα στον παραλληλόγραμμο κάτοπτρο απέναντί μου.

Φυσικά και επιβεβαιώθηκε η ανυπότακτη τρίχα της ράχης μου,  καθώς τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν.

«Σε κοιτάω εδώ και ώρα ρε παλικάρι», μου λέει ο ταξιτζής, «είσαι ωραίο παιδί!»

Έχει γούστο σκέφτομαι να μου συμβεί κι ετούτο μέσα σε ταξί, αλλά πάντα στωικός και ψύχραιμος και έχοντας αντιληφθεί -ας είναι καλά η θρίξ του σβέρκου μου-, πως εδώ με περιμένει μια νέα ιστορία, του απευθύνω κι εγώ το λόγο.

«Ευχαριστώ πολύ! Και εσείς καλούτσικος είστε!», απάντησα ευγενικά τονίζοντας ιδιαίτερα αυτό το «καλούτσικος» γιατί, ε! μην δίνουμε και θάρρητα, δεν ξέρουμε που θα μας βγάλουν!

Terra incognita αυτή η κούρσα κι έτσι έσκυψα ξανά και δήθεν αδιάφορα στις σελίδες μου, αφήνοντας το χρονικό περιθώριο στον ταξιτζή για περισσότερες εξηγήσεις.

«Είσαι ψηλός, καλοδεμένος και καραφλός!» μου τόνισε εκείνος.

«Ναι!» του απάντησα, επιβεβαιώνοντας το προφανές και συμπληρώνοντας «και που μας αφήνει αυτό;»

«Κοίτα φιλαράκι…» ξεκίνησε εκείνος, ενώ εγώ βολεύτηκα πιο άνετα στο κάθισμα για να απολαύσω ό,τι επρόκειτο να ειπωθεί.

«Εγώ έχω μια γκόμενα. Την Τζένη! Στην ηλικία μου, μεσόκοπη αλλά καλό εργαλείο… Μετράει!»

«Μπράβο σας!» είπα χαλαρά ο επιβάτης.

«Ναι! είμαι ερωτευμένος εγώ, αλλά εκείνη νομίζω ότι μου το φοράει λιγάκι το κέρατο!»

«Κρίμα!» είπα ξανά χαλαρά ο τάχα αδιάφορος, έτσι και λίγο μαραμένα μιας και άρχισε η όλη ιστορία να με απογοητεύει στην πρωτοτυπία της, ενώ παράλληλα σκεπτόμουν πόσο μετράει σε ζύγι το κέρατο για να είναι «λιγάκι» ή «πολύ» και πια η μονάδα μέτρησής του.

«Στην Τζένη αρέσουν οι ψηλοί και καραφλοί! Και οι νεότεροι… είναι ξέρεις, λίγο τεκνοτραγανίστρα…» συνέχισε ο ταξιτζής.

Με ανανεωμένο το ενδιαφέρον τώρα, εγώ, για την άρτια ακονισμένη μασέλα της εν λόγω αχόρταγης μοιχαλίδας στα νεανικά κρεβάτια, έγνευσα το κεφάλι με κατανόηση, ρίχνοντας στον οδηγό κι ένα βλέμμα συμπόνοιας, έτσι για να βρίσκεται, αλλά και ως ενθάρρυνση, ώστε να μιλήσει περισσότερο.

«Ε, σκέφτηκα αν θα ήθελες να σε έριχνα πλάι της, να δω αν θα τσιμπήσει… Ξέρεις να με βοηθήσεις… Αντρική αλληλεγγύη βρε αδελφέ… Αν θες, αν… και πού ’σαι! Με το αζημίωτο έτσι!»

Αυτό για να είμαι ειλικρινής δεν το περίμενα, δηλαδή ένα -πως να το πω άνοιγμα καριέρας (;), επαγγελματική πρόταση (;) μέσα σε ταξί, αλλά λειτουργώντας άψογα σε αντανακλαστικά απέρριψα την προσφορά εργασίας, συμπαράστασης και βοήθειας στον συμπαθέστατο, ερωτοχτυπημένο και απεγνωσμένο σοφέρ, λέγοντας πως φεύγω για το εξωτερικό, όπου θα λείπω για μήνες και ως εκ τούτου θα ήμουν αναγκασμένος να απορρίψω μια τέτοια ανέλπιστη επαγγελματική πρόταση!

Έτσι και επειδή ο Βαρουφάκης (ψηλός κι αυτός, καλοδεμένος, καραφλός) τότε δεν ήταν στην επικαιρότητα αλλά στα αζήτητα ώστε να τον αντιπροτείνω ως άλλο υποψήφιο εραστή – δόλωμα στον ταξιτζή, αλλά κι ο Γκουσγκούνης δεν έλεγε σε ηλικία για την τεκνοτραγανίστρα Τζένη, σώπασα επιστρέφοντας στις σελίδες του Όργουελ.

Η φιλαναγνωσία μου δεν κράτησε πολύ. Ο ταξιτζής διψώντας για κουβέντα και πρόθυμα αφτιά, έκρινε καλό με την είσοδό μας στην Αττική οδό να συνεχίσει την παρλάτα.

«Να δεις, ψηλέ, που η Τζένη με κερατώνει με τον Γιάννη το σκύλο!» είπε με ύφος παραιτημένο από την ζωή και τον έρωτα.

Η πρώτη μου απορία ήταν πως είναι δυνατόν ένας σκύλος να λέγεται Γιάννης και η δεύτερη πως είναι δυνατόν να βρίσκομαι σε ταξί στην Αττική οδό και την κουβέντα μου μ’ έναν άγνωστο να την απασχολεί η κτηνοβασία.

Έκλεισα οριστικά τον Όργουελ και τον έβαλα στο bag pack μου.

O κύβος είχε ριφθεί.

«Πες τα όλα!» είπα με απόφαση στο ταξιτζή «και πρώτα από όλα ποιος είναι ο Γιάννης και γιατί είναι σκύλος».

Έσκασε χαμόγελο αυτός, αλλά με τα μάτια ακόμα θλιμμένα, μου εξήγησε, πως πρώτα έπρεπε να μου συστηθεί, βλέπετε γαρ η κουβέντα θα ήταν πλέον de profundis και δεν θα έπρεπε να γίνεται μεταξύ αγνώστων.

«Προκόπης», μου είπε

«Βασίλης, χάρηκα!» απάντησα εγώ εναγωνίως.

«Με τη Τζένη το λοιπόν, μας αρέσουν τα παιγνίδια. Ξέρεις, στο κρεββάτι… παίζουμε ρόλους και ντυνόμαστε κατάλληλα. Βάζουμε πιπέρι στη ζωή μας και στο κρεββάτι μας. Κι επειδή είμαστε και κοινωνικοί και οι δυο είπαμε να βάλουμε και τον κολλητό μου στο παιχνίδι. Τον Γιάννη.»

«Δηλαδή ο Γιάννης δεν είναι σκύλος, αλλά φίλος σου;» ρώτησα εγώ, για να ξεκαθαρίσω το τοπίο.

«Όχι ο Γιάννης είναι και φίλος μου αλλά και σκύλος! Δηλαδή άνθρωπος είναι, αλλά του αρέσει να γίνεται σκύλος»

«Δε με βοηθάς Προκόπη μου» του είπα «και προκοπή δε βλέπω!»

«Να ρε ψηλέ, να σου εξηγήσω! Στον Γιάννη του αρέσει να γίνεται στο κρεββάτι σκύλος. Του φοράμε λαιμαριά και κάθεται μονίμως στα τέσσερα. Τον δένουμε από το πόμολο της ντουλάπας με αλυσίδα και ίσαμε που φτάνει μέχρι την άκρη του κρεββατιού. Ίσαμε δηλαδή που φτάνει μέχρι τις πατούσες μας. Μέχρι εκεί! Στο κρεββάτι δεν τον ανεβάζουμε ποτέ. Τον αφήνουμε να βλέπει και να σκυλοκλαίει, να παραπονιέται σα σκυλί. Μερικές φορές τον αφήνουμε και μυρίζει και να γλείφει τις πατούσες μας. Έτσι δεν κάνουν τα σκυλιά στον αφέντη; Ε, αυτό κάνει και ο Γιάννης!»

«…..…»

«Τι με κοιτάς, έτσι σα χάνος ρε ψηλέ; Είπαμε να βάλουμε πιπέρι στο κρεββάτι όχι να του βάλουμε φωτιά και να μας πηδήξει και την γκόμενα άλλος!»

«Σωστός!» είπα εγώ επιδοκιμαστικά «όλα τα πράγματα έχουν τα όριά τους».

«Ε, ένα βράδυ ενώ τελειώσαμε με τη Τζένη, σηκώθηκα για να κάνω μπάνιο, εκείνη άναβε τσιγάρο και ο Γιάννης ο σκύλος είχε μείνει δεμένος να κλαίει! Όσο έκανα μπάνιο συνειδητοποίησα πως το σκυλόκλαμα είχε σταματήσει. Ξεβγάλθηκα γρήγορα-γρήγορα και βγήκα έξω. Πήγα στην κρεβατοκάμαρα τρέχοντας φίλε και τι να δω! Ο Γιάννης ο σκύλος είχε λυθεί! Είχε σπάσει την αλυσίδα του!»

«Μην συνεχίζεις» τον διέκοψα στην αφήγηση εγώ «την συνέχεια την φαντάζομαι και μόνος μου!» σχεδόν ενδόμυχα ικανοποιημένος, που το έρμο σκυλί έκοψε την αλυσίδα του και την έπεσε επιτέλους στο ψαχνό.

«Όπως καταλαβαίνεις ψηλέ, τον έδιωξα τον κοπρίτη! Να μου κάνει εμένα τέτοιο πράμα ο καλύτερος μου φίλος; Να μου ανέβει πάνω στο κρεββάτι;»

Η δόλια μου αθωότητα απόρησε που τον έθιξε ότι ανέβηκε ο σκύλος πάνω στο κρεββάτι και όχι πάνω στην Τζένη αλλά το προσπέρασα και δεν εξέφρασα την απορία μου.

«Τον Γιάννη, το κοπρόσκυλο, από τότε δεν τον ξαναείδα. Του έκοψα την καλημέρα, ψηλέ! Αλλά προχθές το ξημέρωμα, που γύρναγα στης Τζένης είδα το αυτοκίνητό του από μακριά να ξεπαρκάρει από το σπίτι και να φεύγει. Σκέφτηκα, ρε λες το αδέσποτο να μου φερμάρει τη γκόμενα;! Τι λες κι εσύ;»

«Τι να σου πω ρε Προκόπη; Μάλλον ο σκύλος βαρέθηκε το γλείψιμο και είπε να δαγκώσει λίγο…» απάντησα πληρώνοντας την ταρίφα, που είχε γράψει το ταξίμετρο, βγαίνοντας από το ταξί, μιας και είχαμε φτάσει ήδη στο αεροδρόμιο.

«Καλό ταξίδι ψηλέ!» μου είπε ο Προκόπης δίνοντας μου την κάρτα του (ακόμα την έχω, τιμής ένεκεν της ιστορίας, που κέρδισα σε αυτήν την κούρσα).

«Όλα ταξίδι είναι Προκόπη. Ταξίδι, εμπειρίες και μαθήματα» αποχαιρέτησα  βαθυστόχαστα εγώ.

Δεν έμαθα τι απέγινε μετά.

Τι προκοπή βρήκε δηλαδή ο Προκόπης με την Τζένη και με τον Γιάννη, που τελικά δεν ήταν φίλος αλλά ούτε και σκύλος και δη πιστός!

Δεν έμαθα τι απέγινε και ίσως καλύτερα έτσι, βλέπεις φίλε οι ρόλοι, μας μπερδεύουν όταν μπερδεύονται· το έμαθα καλύτερα αυτό τότε, όταν συνέχισα να διαβάζω στο αεροπλάνο τη Φάρμα των Ζώων, του Τζώρτζ Όργουελ!

Πρόσφατα

Η πατριαρχία μέσα μου…

Η πατριαρχία μέσα μου…Ένεκα των οικογενειακών συγκεντρώσεων και των...

Διαχείριση Συναισθημάτων

Διαχείριση ΣυναισθημάτωνΌταν μιλάμε για διαχείριση συναισθημάτων συνήθως γίνεται μια...

Τα κουλούρια της Λαμπρής

Γιορτές του Πάσχα κι ο καθένας κοίταζε να πορέψει...

Γιάννης Βαρβέρης – Εσπερινός της Αγάπης

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.Σταθμός Πελοποννήσου κι...

Social Media

Newsletter

Δημοφιλή

Ρόδα η ζωή…

Δεν τους είχα δει σε δράση. Δεν ήξερα καν...

Τα σύννεφα τ’ ουρανού μας…

Τα σύννεφα τ' ουρανού μας, πολυαγαπημένα, μοναδικά, διαφορετικά κάθε φορά. Λόγια και φωτογραφίες από στιγμές έκρηξης ομορφιάς!

Εγώ είμαι εσύ…

Εγώ είμαι εσύ, μού είπεςΚαι συ εγώΚι όταν μιλήσουν...

Γόρδιοι δεσμοί η ζωή μας…

Η πλειοψηφία έχει ένα γνήσιο ταλέντο, έχει αυτό που...

Η Αθηνά Χιώτη στο elpis calling…

Η Αθηνά Χιώτη στο elpis callingΔεν είναι μόνο τα...
Βασίλης Κασσάρας
Βασίλης Κασσάρας
Ο Βασίλης Κασσάρας γεννήθηκε το 1974. Μεγάλωσε στη Λιβαδειά Βοιωτίας, ζει στην Αθήνα και ελπίζει κάποτε να μετακομίσει μόνιμα στο νησί των Κυθήρων, όπου περνά τα καλοκαίρια του, εξασκώντας τα δύο πράγματα που από παιδί αγαπούσε: να κάνει όνειρα πλάθοντας δικούς του κόσμους και να τους ενσαρκώνει με τη μεταφορά τους στο χαρτί. Ως συγγραφέας έχει εκδώσει τα βιβλία «Μοίρες» (εκδόσεις Πηγή) και «Μάμουσα, η φωνή της σιωπής» (εκδόσεις ΕΞΗ). Για ποιήματά του έχει λάβει τιμητική διάκριση από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Σπούδασε δημοσιογραφία και σεναριογραφία. Αναζητά χρόνο, ώστε να φροντίσει περισσότερο το «παιδί μέσα του» και για να διαβάζει -ως φανατικός αναγνώστης- περισσότερα βιβλία…

Η πατριαρχία μέσα μου…

Η πατριαρχία μέσα μου…Ένεκα των οικογενειακών συγκεντρώσεων και των γιορτών, βρέθηκα ξανά πίσω στο χωριό μου παρέα με συγγενείς και φίλους με τους οποίους...

Διαχείριση Συναισθημάτων

Διαχείριση ΣυναισθημάτωνΌταν μιλάμε για διαχείριση συναισθημάτων συνήθως γίνεται μια μεγάλη παρεξήγηση. Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι διαχείριση συναισθημάτων σημαίνει, πως δεν θα νιώθουν ποτέ...

Τα κουλούρια της Λαμπρής

Γιορτές του Πάσχα κι ο καθένας κοίταζε να πορέψει το σπίτι του όπως το όριζε η τάξη των εορτών. Οι γυναίκες ξαναμπήκαν στον αγώνα...

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Discover more from Elpis Calling

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading