Είχα πει θα φύγω…

0

Θα φύγω. Το αποφάσισα. Δε με σηκώνει το κλίμα, θα πάω να βρω τύχη αλλού, θα φύγω και αν το μετανιώσεις να μου το πεις, γιατί εσύ φταις που θα φύγω, εγώ πάντως θα εξαφανιστώ στο λέω… Μια εποχή νόμιζα πως μέχρι τα τριάντα θα είχα λύσει όλους τους κόμπους της ζωής. Σπουδές, δουλειές, οικογένεια, παιδιά, είχα κι εγώ τις ελπίδες μου πως ο χρόνος από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα θα ήταν μεγαλύτερος, θα κρατούσε περισσότερο νόμιζα. Αλλά ήταν πολύ ξαφνική η μετάβαση. Ακριβώς το ίδιο πίστευα για το διάστημα τριάντα σαράντα. Τζίφος. Τα ίδια. Νεράκι γάργαρο πέρασε η δεκαετία. Εντελώς ασυντόνιστη με το χρόνο, έτρεφα ψευδαισθήσεις και για το σαράντα πενήντα. Δεν υπάρχει σωσμός. Κακή στην αριθμητική όπως πάντα.

Είμαι ένα κουτί.

Κάποτε τετράγωνο, καμιά φορά στρογγυλό, άλλοτε πάλι τρίγωνο. Αντέχω σε καταστάσεις διάφορες και αδιάφορες και προσαρμόζομαι αναλόγως. Αναλύω κάθε μέρα κι επίσημα πλέον αυτά που δεν ξέρω κατά πόσο μπορούν να αναλυθούν. Παίρνω το σχήμα που επιθυμούν οι άλλοι. Τετράγωνη λογική, γωνίες σκληρές και αμετακίνητες, τόσες όσες μου χρειάζονται για να γίνομαι οριστική, αποφασιστική και να μαλώνω που και που για να υποστηρίξω τα έρμα ιδανικά μου. Στρογγυλή τόσο όσο να χτυπούν γύρω στις καμπύλες πλευρές μου με τους αερόσακους αυτοί που αγαπώ, για να μην παθαίνουν τίποτα. Και καταλήγω τρίγωνο, διότι θα ξέρεις ήδη πως κάπου εκεί στα τρίγωνα καταλήγει όποιος δεν ξεκαθαρίζει τη ζωή του από τις υπόλοιπες γύρω του άλλες ζωές, όποιος δεν ξεκαθαρίζει εξ αρχής νοήματα και αισθήματα και καταστάσεις, παρά κινείται στην κοσμάρα του περιμένοντας ξαφνικά να λάμψει η ζωή και να του χαριστεί. Και ακόμα χειρότερα καταδιώκεται από τρίγωνα και τρίγωνους ανθρώπους.

Αναμονή.

Σαν τις αναμονές στις ελληνικές ταράτσες που περιμένουν πότε θα ανυψωθούν, πότε θα γίνουν άλλος ένας όροφος κι άλλος ένας, να παντρευτούν οι κόρες και οι γιοι, να ‘χουν να βάλουν κάπου το κεφάλι τους, να μην πληρώνουν νοίκι μια ζωή.. μα νοικιασμένα δεν είναι όλα; Πολύ καιρό έμεινα με τις αναμονές μου. Και περιμένω. Με υπομονή. Έτσι λένε οι μεγάλοι άνθρωποι που όλα τα ξέρουν. Να κάνεις παιδί μου υπομονή και να προσεύχεσαι να έχεις την υγειά σου. Σωστά; Σωστά! Ποια είμαι εγώ που θα πω όχι;

Κάθισε τώρα εδώ κοντά μου που φοβάμαι απόψε πως κάτι θα συμβεί και έλα να βρούμε τα γιατί μας, τα αφού, τα ίσως μας. Όλα κοστίζουν ακριβά πια. Πού να πληρώνεις να τα λες; Ακρίβεια παντού! Με ακρίβεια στοχευμένη στα όσα πρέπει. Για τα όσα μπορείς εκεί να δεις! Πιστωτικό όριο στον ουρανό! Δε μετακινούμαι. Είναι ακριβή η βενζίνη. Ούτε θέατρο πάω. Δε βγαίνει το εισιτήριο. Έκοψα και τις επισκέψεις στο σούπερ μάρκετ. Μειωμένο το μπάτζετ. Κόπηκαν κι οι καφέδες. Έτσι κι αλλιώς ήταν υπερεκτιμημένοι και προ κρίσης.

Μέρες.

Πού είναι εκείνες οι ωραίες μέρες που είχαμε όρεξη να μάθουμε, να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε. Που κάναμε όνειρα και σχέδια για το μέλλον κι ας ξέραμε ότι μπορεί και να μην έβγαινε το πρόγραμμα, μια φορά εμείς τα κάναμε τα όνειρα. Διασκεδάζαμε με το τίποτα και γελούσαμε με την ψυχή μας. Και δε χρειαζόμασταν λούσα και υπερβολές και δε μας άρεσαν τα περιττά. Τη βγάζαμε και μ’ ένα σάντουιτς και ένα παγωτό. Μόνο η παρέα είχε σημασία.

Μέρες που είναι λοιπόν προσπαθώ να καταλήξω σε κάτι που να πλησιάζει έστω και λίγο σε κάποιο μου όνειρο. Από κείνα τα όνειρα που είχα προ εικοσαετίας και που τώρα πια διαπιστώνω πως μόνο όνειρα έμειναν. Δε βαριέσαι! Τελικά ποιο όνειρο μένει όνειρο και ποιο καταφέρνει να τερματίσει, άσε, μην τα ρωτάς. Όσα και να λέμε για επιτυχία και αποτυχία θα είναι λίγα, ελάχιστα στα πολλά που μια φορά κι ένα καιρό ζητήσαμε, ζητούσαμε, ζητάμε λίγο-λίγο και τώρα, καμιά φορά απαιτούμε. Μέρες δύσκολες, μέρες μεγάλης κρίσης και όνειρα που έμειναν μόνο όνειρα. Με δυσκολία τα θυμάμαι πια, αλλά ξέρω πως είχα και ξέρω πως μέσα μου βαθειά συνεχίζω να κάνω όνειρα.

Όνειρα αγνά ακόμα, σαν τα εφηβικά, όχι με τη βοήθεια του ΟΑΕΔ, σίγουρα όχι με τις θέσεις που προκηρύσσονται και αναρτώνται για 5 λεπτά στους πίνακες και μετά εξαφανίζονται και ακόμα περισσότερο όχι με τους «συναδέλφους» που καταναλώνουν πολύ φαιά ουσία για να βρουν τρόπο να σε παραμερίσουν. Άλλωστε αν δεν είσαι στην κλίκα, δουλειά δεν πρόκειται να βρεις, μου είπε κάποτε ευθαρσώς «συν-άδελφος» που όλως τυχαίως ήταν σε θέση ισχύος, επειδή καθόταν σε καρέκλα γραφείου με ροδάκια, ούτε καν δερμάτινη. Και είναι νομίζω περιττό να πω, ότι συνεχίζω να κάνω όνειρα, ακόμα και βρισκόμενη μακριά, πολύ μακριά από αίθουσες κομματικών νεολαιών, μακριά από γλειψίματα και ψεύτικες χαιρετούρες, μακριά από σημαιάκια και κασκόλ χρωματιστά.

Λίγη τύχη μόνο περιμένω. Λίγη τύχη που να συνδυάζει το όνειρο εκείνο με την πραγματικότητα κι αυτό να συνεχίζει ακόμα κι έτσι να είναι ένα καλό όνειρο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here