Πόσο Τζόκερ είσαι;…

0

Πόσες φορές αλήθεια δε θες να πεις σε κάποιον ότι είναι απλά ηλίθιος; Είσαι ηλίθιος και τέρμα. Θα μου πεις άλλες τόσες και πόσοι δε θα ήθελαν να στο πουν στα μούτρα αλλά τώρα είμαστε από αυτή την πλευρά, να μην τα μπερδεύουμε.

Είμαστε όλοι ελεύθεροι, όλοι μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε, τα πάντα επιτρέπονται. Δεν υπάρχει τιμωρία, νομίζω, και τις περισσότερες φορές λέμε για να πούμε αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.

Πόσες φορές η πίεσή σου δεν χτυπά κόκκινο και λες τώρα την πάτησες φίλε, τώρα θα δεις τι θα πάθεις ρε καραγκιόζη, αλλά στο τέλος ανεβάζεις και τις ασφάλειες του αυτοκινήτου για σιγουριά;

Πόσες φορές δε σου πήραν τα πάντα και έμεινες να κοιτάς αδικημένος και μπατίρης ψάχνοντας εθελοντές νομικούς να σε βοηθήσουν, εθελοντές γιατρούς να σε γιατρέψουν, εθελοντές μαγείρους να σε ταΐσουν, εθελοντές γνωστούς να σε φιλοξενήσουν;

Πόσες φορές δεν έχεις φτάσει στο αμήν να τα διαλύσεις όλα, να βάλεις τις φωνές, να πάρεις το δίκιο σου πίσω από κοινωνικές αδικίες, πολιτικές ανοησίες, οικονομικές αλητείες, δημοσιο-υπαλληλίστικες αγένειες, ψηλομύτικες συμπεριφορές;

Photo by Austin Chan on Unsplash

Εκεί στο κόκκινο πόσο εύκολα φτάνεις;

Όταν είσαι καθηγητής και ο μαθητής σε βρίζει πατόκορφα, όταν ο ταξιτζής έχει τέρμα τα λαϊκά χαράματα για το αεροδρόμιο με το σύμπαν να μυρίζει τσιγαρίλες, όταν ο υπάλληλος του δήμου κοντεύει να σε σκοτώσει όταν ξαφνικά κόβει και ρίχνει καταμεσής της εθνικής ολόκληρο δέντρο χωρίς να σε προειδοποιήσει, όταν η ας πούμε προϊσταμένη σου που δεν είναι, σε περιμένει κάθε μέρα με μια αμφιβόλου λίστα να σου κάνει υποδείξεις, ότι δεν έφτασες το στόχο σου και κινδυνεύει να μην ανανεωθεί η καταπληκτική σύμβασή σου τη στιγμή που έχεις απλήρωτα δυο νοίκια;

Θα μου πεις τώρα, αυτά είναι χαζές μικρές καθημερινές υστερίες. Μπορεί και να έχεις δίκιο. Σκέψου όμως πόσες τέτοιες μικρές καθημερινές υστερίες μπορεί να σε οδηγήσουν σε μεγάλα!

Πόσο Τζόκερ είσαι χωρίς πλάκα;

Πόσο μακιγιάζ φοράς κάθε πρωί να βγάλεις τη μέρα ως το βράδυ που πληγωμένος θα καταρρεύσεις στον καναπέ σου; Ούτε μια ταινία της προκοπής δεν προλαβαίνεις να δεις και κοιμάσαι, σαν από θαύμα ξυπνάς και συνεχίζεις.

Photo by Simon Watkinson on Unsplash

Κι αν είσαι καλά και την παλεύεις χωρίς φάρμακα, εντάξει. Κι αν δεν την παλεύεις αλλά είσαι καλά με φάρμακα και πάλι καλώς. Μα άμα δεν είσαι καλά και δεν την παλεύεις, αλλά βασανίζεσαι όλη μέρα, κάθε μέρα για να δείχνεις καλά και να περνάς καλά σε έναν κόσμο που δείχνει γεμάτος από χαρά, σε έναν κόσμο που απαιτεί την ψεύτικη χαρά γιατί δεν αντέχει τους δυστυχισμένους, τους κατσούφηδες, τους άρρωστους; Αυτό πως παλεύεται; Παλεύεται; Ή καταλήγεις σε κάποιο στενό ενός μαύρου δρόμου της ψυχής γεμάτο σκουπίδια; Κει που κινδυνεύεις να σε πλακώσουν στο ξύλο όλες οι δυστυχίες και οι μαύρες σκέψεις και οι αφραγκίες σου και το μέλλον δίχως αύριο;

Εσένα ποιός θα βοηθήσει χωρίς να μείνεις με το στίγμα του παράξενου, του πληγωμένου, του πονεμένου, του κατακαημένου, του σημαδεμένου; Κι αν είσαι στις ουσίες και αν βγήκες από τις ουσίες κι αν πήγες στα ελαφριά και αν βγήκες από τη φυλακή κι αν άλλαξες πορεία στην πορεία κι αν άλλαξες φύλο, φυλή και γειτονιά ποιός θα σε καταλάβει;

Κι αν ξαγρυπνάς στα σκοτάδια και έχεις παγώσει από τη μοναξιά και την αδικία κι αν το στρώμα σου είναι το παγκάκι και οι δυο σακούλες που κουβαλάς χειμώνα καλοκαίρι με ποιο θράσος να τολμήσω να μιλήσω για σένα;

Photo by Roman Synkevych on Unsplash

Κι αν ο θυμός σου φτάνει στον πάτο του ηφαιστείου της Σαντορίνης που λαγοκοιμάται μέχρι να τα πάρει στο κρανίο για λόγους σοβαρούς ή χωρίς λόγο, ποια είμαι εγώ να σχολιάσω από την ηρεμία μου να γράφω στο ωραίο μου το λάπτοπ;

Κι αν δεν είσαι τίποτα από όλα αυτά μα έχεις αδικηθεί πολύ, έχεις τραυματιστεί ψυχή και σώμα, έχεις πονέσει βαθιά, έχεις κακοποιηθεί και έχεις κακοποιήσει με τι μούτρα να δώσω εγώ το χέρι να σου πω κάνε κουράγιο και δεν πειράζει, θα περάσει;

Κι αν όλα άλλαξαν σε κλάσμα του δευτερολέπτου και τώρα ξέχασες το όνομά σου, που ήρθαν έτσι τα πράγματα και έπεσες σε ένα ίδρυμα να παλεύεις με τα χρόνια σου και όσα κουβαλάς κι αν οι αρρώστιες όλες ήρθαν και σε βρήκαν, τι να πω;

Μπορώ να μιλήσω τώρα που έθαψες ό,τι καλό είχες, όσα αγαπούσες, όσους αγάπησες περισσότερο από κάθε τι;

Η προδοσία είναι ατόπημα μπροστά σε όλα αυτά, ούτε καν θα τη σχολιάσω.

Photo by James Pond on Unsplash

Ένα τόσο δα τσακ μικρό, μια μικρούλα σπίθα από σπίρτο, μια λέξη τόση δα θα αρκούσε για να γίνει το μπαμ. Ένα λοξό κοίταγμα, ένα κατά λάθος άγγιγμα, ένα γελάκι για άλλο λόγο, μια κουβέντα που δεν απευθύνεται σε σένα θα αρκούσε για να γίνει η κοινωνία ολοκαύτωμα του πυρός σε μια νύχτα με πανσέληνο, όταν βγαίνουν οι τριβόλοι να παίξουν με τις ψυχές των αθώων δούλων.

Να σου πω κάτι; Αν αυτή είναι η κοινωνία της πλειοψηφίας των ασθενών, των ατυχησάντων, των ψυχικά ασταθών, των ουσιών και της αδικίας, θα είναι μια πολύ τραγική στιγμή να κλείσει ο κύκλος με ένα χαμόγελο άρρωστου που φαίνεται δικαιολογημένα να παίρνει το νόμο στα χέρια του μα στο τέλος δημιουργεί κόλαση και πέφτει μέσα, δημιουργεί τη λάβα που εκτοξεύεται και λιώνει το βουνό κατακαίοντας τα πάντα.

Η λύση του να αλλάξουν όλα θα μπορούσε να είναι εύκολη. Αλλά δεν είναι. Οι ριζικές αλλαγές που πρέπει να προχωρήσουν οι κοινωνίες για να γίνουν κοινωνίες πρόνοιας, ευαισθησίας, ισότητας και ειρήνης θέλουν όχι τους ανθρώπους να τα αλλάξουν και να κάνουν τα κουμάντα τους, μα τώρα πια κάτι ανώτερο.

Αλήθεια είναι ότι όλοι φαίρονται παράξενα, αγρίεψαν, έγιναν δύσκολες οι σχέσεις, μεγάλωσαν οι υποχρεώσεις. Τίποτα δε φαίνεται να έχει αλλάξει ριζικά. Δείχνουν να αλλάζουν κατά περιόδους κάποια από τα μικρά προβλήματα που ταλαιπωρούν τον κόσμο στην καθημερινότητά του αλλά αυτό δε φτάνει. Αναμονή μέχρι το επόμενο δύσκολο, αναμονή μέχρι τον επόμενο πόλεμο, την επόμενη απειλή, τον επόμενο ιό, την επόμενη έκτακτη κατάσταση και ανάγκη.

Photo by Markus Spiske on Unsplash

Φαίνεται πως το κυρίαρχο του ανθρώπου στοιχείο της νόησης, του αυτόβουλου και της αγάπης έχει θαφτεί στους τόνους λάβας θυμού που μαύρισε την πλειοψηφία των ανθρώπων και χάθηκαν ιδεολογίες και πίστη και ό,τι καλό θα μπορούσε να έχει δώσει.

Έμεινε μόνο η αγωνία πως θα φάμε καλύτερα για να ζήσουμε χίλια χρόνια, να χαμογελάμε ασταμάτητα και κάτι άλλες ινσταγκραμικές μπούρδες για μυαλό κουκούτσι και ψευδαισθήσεις τύπου κάτι είμαστε επειδή έχουμε followers και εμπορευόμαστε τα πάντα, ακόμα και μέσα από τα μέσα που κάποτε μας έκαναν να χαζολογάμε και να ξεφορτώνουμε τα άγχη, αφού οι κουβέντες περίσσεψαν έως και εξαλείφθηκαν.

Παντρεύονται οι άνθρωποι και ενώνουν μοναξιές, μα αντί να τις αγκαλιάσουν και να τις ζεστάνουν τις μεγεθύνουν, τις κάνουν πελώριες και βαριές.

Κατά κανόνα χάσκουμε, κατά κανόνα νομίζουμε ότι όλα γίνονται πολύ μακριά από μας και δε μας πιάνει το κακό, μόνο το κακό το μάτι, κατά κανόνα θέλουμε με κάθε τρόπο την ησυχία μας και ποιος κοιμάται πια ήσυχος χωρίς φόβο;

Photo by Clark Tibbs on Unsplash

Ποιος περπατά στα σκοτάδια και στις υπόγειες διαβάσεις χωρίς να τρέμει; Ποιος κοιτά δεξιά κι αριστερά βάζοντας το κλειδί στην πόρτα; Ποιος αγγίζει δεκαπέντε χιλιάδες φορές την τσέπη του και αναζητά κινητό και πορτοφόλι; Ποιος φοβάται μη χαθούν οι κωδικοί του, οι κάρτες του, τα φλασάκια του; Ποιος τραβά τα μαλλιά του αν πάθει κάτι ο υπολογιστής και χάσει τα αρχεία του γι αυτό έχει και εξωτερικό δίσκο για να κατοχυρώσει και τα γιου ες μπι που δε ζουν αιωνίως;

Ποιος δεν αγωνιά σε μια βόλτα σε πολυσύχναστο σημείο, πλατεία και προορισμό; Ποιος δεν έχει στραβοκοιτάξει τα αεροπλάνα και τον «παράξενο» που κάθεται δίπλα του με μια χειραποσκευή ύποπτη; Ποιος δεν έχει συζητήσει ότι τα πράγματα κρέμονται σε μια κλωστή; Ποιος δε φοβάται μήπως αύριο το πρωί δεν έχει ούτε ευρώ στο λογαριασμό του;

Ποιος δε φοβάται;

Ποιος δεν ελπίζει;

Ποιος ελπίζει ακόμα;

Photo by Kreated Media on Unsplash

Αν όντως δεν υπάρχουν άπιστοι αλλά μόνο δύσπιστοι, ας κάνουν μια προσπάθεια μαζί με τους πιστούς να παρακαλούν μέρα και νύχτα για αλλαγή, γιατί σαν πολλά να τα έχουμε κάνει στη φύση, στο χωριό, στην πόλη, στο γείτονα, στο σπίτι μας, στα ζώα.

Μια προσευχή για αλλαγή και σοφία, αγάπη και φως που είναι λέξεις αρεστές σε όλους. Λίγο να φωτίσει και να ζεσταθεί το μέσα μας. Να μας φύγουν οι φασιστοφοβικές ιδέες και να εστιάσουμε στην ειρήνη μέσα και έξω.

Κι αυτό γιατί οι αλλαγές που ήλπισε ο κόσμος ως τώρα δεν έφτασαν να βελτιώσουν τα σαθρά θεμέλια, να αλλάξουν τα σάπια σίδερα και να σοβαντίσουν τους ραγισμένους τοίχους.  

Μια προσευχή, μια ελπίδα, λίγη καλοσύνη για ένα μέλλον φωτεινό και ειρηνικό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here