Κατεβαίνω στο λιμανάκι, χαζεύω την δεκεμβριάτικη ηρεμία

τα σύννεφα του νοτιά με την αφύσικη ζέστη και την σκόνη

Κίτρινη σκόνη στον ορίζοντα, στον ουρανό μου, εδώ μπροστά, στο στόμα γεύση πικρή…

έρχεται από την Αφρική, γι αυτό

στυφάδα, επίγευση μοναξιάς, επίγευση μοναχικής ζωής, γνώση απώλειας

Κάπως έτσι μην είναι ο χαμός;

Σαν άδεια βάρκα…

Που όμορφα κινείται στην ηρεμία του αντικατοπτρισμού της, γαλήνια… μα εσύ λείπεις

Εσύ, δεν είσαι

Αυτό δεν είναι φαντασία, μα όλη η αλήθεια εδώ να, πάνω στην βάρκα, μέσα στην άδεια βάρκα

Που εξακολουθεί να είναι δίπλα μου, θαυμάσια, χρωματιστή, σαν ζωή, σαν ομορφιά του κόσμου..

Εσύ όχι

Κι αυτό είναι θάνατος

Αυτό είναι έλλειψη

Αυτό είναι απουσία

Και οι μέρες μετρούν αντίστροφα, πλησιάζουμε στη γέννηση. Εκείνου.

Να δεις χαρές!

Και τα λαμπιόνια ολόγυρα κινούνται στον αέρα

Και το μικρό παιδί μού λέει, ότι τα χρώματα μπροστά της λεωφόρου τα πορτοκαλί είναι Άγγελος…

Μα είναι ο Άγγελος, κοίτα, δεν τον βλέπεις;

Εσύ με βλέπεις;

Αφιερωμένο στους αγαπημένους μας απόντες, μα τόσο παρόντες τελικά!

Απολαμβάνω την ομορφιά της ζωής διπλά και τριπλά, για όσους δεν είναι μα ήταν ως χθες…

Απολαμβάνω την κάθε στιγμή γιατί έτσι θα έκαναν και αυτοί…